Absinthe

Τα λιμάνια δεν τα έχω ιδιαίτερα συμπαθήσει. Κατά ένα περίεργο λόγο μου δίνουν την αίσθηση της αναχώρησης, της οριστικής όμως, ίσως ώρες ώρες και να με θλίβουν, σε αντίθεση με τα αεροδρόμια που κατά ένα επίσης περίεργο λόγο μου δίνουν την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας. Αυτό ίσως έχει να κάνει με το αγαπημένο μου στοιχείο του αέρα, το οποίο αστρολογικά δεν γνωρίζω πως ακριβώς ερμηνεύεται, ειδικά όταν είσαι Αιγόκερως με ωροσκόπο στους Διδύμους, ίσως δοθείσης της ευκαιρίας να ρωτήσω και την προσωπική μου αστρολόγο, η οποία πέρσι τέτοια εποχή μου έλεγε ότι το 2009 θα είναι η χρονιά μου, αλλά μερικά λαθάκια τα συγχωρώ, γιατί είμαι μεγάλη ψυχή, άλλως τε και οι επαγγελματίες δικαιούνται να λένε μερικές φορές και καμία αρλούμπα!

Έλεγα λοιπόν για τα λιμάνια και πρόσφτατα βρέθηκα να περπατώ στο παλιό πολύχρωμο λιμάνι της Κοπεγχάγης, το Nyhavn και σκεφτόμουνα πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα εκεί στο Βορρά. Αν και φυσιογνωμικά και ιδιοσυγκρασιακά ταυτίζομαι περισσότερο με το Νότο, κάθε φορά που επισκέπτομαι κάποια περιοχή του Βορρά νιώθω ότι τελικά ανήκω εκεί, είναι ίσως η οργάνωση, η τάξη, η ευγένεια, έστω πολλές φορές και η ψυχρή, αλλά αυτό ουδόλως με αφορά, γιατί ευγένεια να υπάρχει έστω και προσποιητή και πολλά πράγματα θα ήταν καλύτερα, είναι η αίσθηση ότι όλα εκεί λειτουργούν μια χαρά και η καθημερινότητα κυλά ομαλά, ίσως και μονότονα βέβαια, αλλά τελικά αυτό το προτιμώ από την νοσηρότητα και το άγχος της καθημερινότητας στο Νότο και δη στην Αθήνα. Βέβαια, μπορεί τα πράγματα να μην είναι τόσο ειδυλλιακά, όσο ας πούμε ένα παραμύθι του Άντερσεν, ίσως πίσω από την παραμυθένια ομορφιά της πόλης, να ρέει τόσο αλκοόλ, όσο να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα ενοχλητικό, αλλοδαπές που πωλούν φτηνά τον έρωτα, σε μια από τις πιο ακριβές πόλεις στον κόσμο, όμως παράλληλα και στην πιο φιλική για τον πολίτη πόλη στον κόσμο κι αυτό το νιώθεις, έστω και στη σύντομη παραμονή σου εκεί. Απόλαυση να βαδίζεις χωρίς σκοπό στο Strøget, στην πεζοδρομημένη περιοχή της πόλης, να κάνει τσουχτερό κρύο και η υγρασία να σου περονιάζει τα κόκαλα και εσύ να χαζεύεις τα μικρά ξανθά όμορφα δανεζάκια να περπατούν με τους γονείς τους ή να κάνουν οικογενειακώς ποδήλατο, να απολαμβάνεις την απόκοσμη αίσθηση της άδειας πόλης κατά τις νυχτερινές ώρες, να αντικρίζεις καλοντυμένους Δανούς τη στιγμή κατά την οποία σου έρχεται η εικόνα ενός Αθηναίου την ώρα που σπρώχνει και σπρώχνεται για να μπει στο μετρό, ή την ώρα που κατεβάζει καντήλια καθώς έχει μποτιλιαριστεί στην Κηφισίας, να δημιουργείται ένα σουρεαλιστικό κοντράστ, άξιο κινηματογράφησης.

Η Κοπεγχάγη είναι όμορφη, πολύ όμορφη, γιατί και φαίνεται και είναι ανθρώπινη και παρά τις κλιματικές αντιξοότητες, γιατί πολλές φορές οι δυσκολίες ανοίγουν το μυαλό κι απελευθερώνουν ιδέες, αυτό που σίγουρα έχουν επιτύχει εκεί στον Βορρά, δηλαδή μια φιλική σχέση μεταξύ πόλης και πολίτη, απαλλαγμένη από ιδεολογικές και ιστορικές αγκυλώσεις, εμείς εδώ φαίνεται να το αναζητούμε ακόμα και να το ψάχνουμε.

Το άρθρο πάντως αυτό, το οποίο γράφτηκε μια πολύ κρύα και υγρή ημέρα στον μακρινό Βορρά, ακούγοντας το November Rain των Guns N΄Roses, δεν θα κλείσει με φωτογραφία, ως «είθισται», αλλά με τους Ibrahim Electric, τους απολαυστικούς Δανoύς τζαζίστες, γιατί εκτός από μπύρα Carlsberg, την οποία θα βρεις εκεί σε απίστευτη αφθονία, μπορείς να τους απολαύσεις σε κάποιο μπαρ, πίνοντας ακόμα και αψέντι (absinthe), που είναι και ο τίτλος του πολύ επιτυχημένου cd τους.

…80’s…

…να πω ότι δεν αναπολώ ώρες ώρες τα ’80’s;

…η αλήθεια είναι ότι ψάχνω να βρω έναν σαραντάρη που να μην έχουν στοιχειώσει μέσα του, εδώ που τα λέμε και δικαίως, για τους σημερινούς σαραντάρηδες (συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος)  τότε όλα μοιάζουν να αρχίζουν…

1

Το αρμυρίκι

Εικόνα 475-1

Θα μπορούσες να πεις ότι αποτελεί ένα ασαφές μέρος της εικόνας που έχουμε μέσα μας για το καλοκαίρι. Δεν έχει τη δροσιά των πλατανιών, δεν έχει τον παχύ ίσκιο των πεύκων, δεν διαθέτει ούτε καν τον εξωτισμό των κέδρων…

Μπορεί να μην αποτελεί την πρώτη μας επιλογή (στην πραγματικότητα, εκείνο απεχθάνεται τη δημοσιότητα), δίνει όμως λύσεις πολύ αξιόπιστες, ώρες ώρες μάλιστα σε καταπλήσσει με τις ικανότητές του. Έτσι και το εμπιστευτείς δεν θα σε προδώσει ποτέ, φτάνει όμως να το επιλέξεις, αυτό δεν θα σου φωνάξει ποτέ να έρθεις κοντά του, πολλές φορές μάλιστα θα σε αποτρέψει κιόλας, είναι κατά βάση μοναχικό, περήφανο, εγωιστικό και κάπως αυτάρεσκο.

Το αρμυρίκι είναι παράλληλα σκληρό και ανθεκτικό, ανθίζει στις ξέρες, δεν χρειάζεται ούτε κελαριστά νερά να βρίσκονται γύρω του για να το δροσίζουν, ούτε χώματα εύφορα κι αφράτα, το μόνο που χρειάζεται είναι να έχει ορίζοντα ανοικτό, να έχει πάντοτε μπροστά του μια προοπτική, το αρμυρίκι δεν κοιτάει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε και πίσω, το αρμυρίκι κοιτάζει μόνο μπρος, με κατεύθυνση πάντα προς τη θάλασσα (είναι κι αυτό μέρος της ιδιοτροπίας του). Αν βρεθείς δίπλα του θα σου προσφέρει απλόχερα τον ίσκιο του, δεν θα σε απογοητεύσει, αν το προσπεράσεις, μάλλον δεν θα το απασχολήσει ιδιαιτέρως, αυτό θα συνεχίσει και πάλι να κοιτάζει μπροστά, έτσι είναι η φύση του.

Το αρμυρίκι δεν είναι δέντρο καριέρας, δεν υπόσχεται τίποτα και σε κανέναν, όπως επίσης και δεν θα θελήσει κανείς να το καταστρέψει για να καρπωθεί τον ζωτικό του χώρο. Το αρμυρίκι μπορεί από ένα δέντρο όμορφο, να μετατραπεί σε ένα παραμορφωμένο κορμό με λιγοστά ξεροκαμμένα φύλλα προκειμένου να διασωθεί, το αρμυρίκι είναι αγωνιστής, το αρμυρίκι είναι και χαμαιλέοντας, θα περισώσει το τομάρι του πάσει θυσία, στην ανάγκη μάλιστα θα το προσφέρει και προς τέρψη των σφετεριστών του, θα στολιστεί με πολύχρωμα λαμπιόνια, θα τυλιχθεί με καλώδια ρεύματος και μπαλαντέζες, θα κρεμάσει πάνω του ηχεία, μικροφωνικές εγκαταστάσεις, μπαλόνια, πολύχρωμα φαναράκια, κουβαδάκια, μπρατσάκια, σωσίβια και πετσέτες θαλάσσης, μπορεί και το τάπερ με τα κεφτεδάκια, θα μετατραπεί σε μια ευφάνταστη καλοκαιρινή ατραξιόν, βουτηγμένο μέσα στην γκλαμουριά και στο υπερθέαμα (γιατί μπορεί να έχει σκληρή καρδιά αλλά έχει και αδύναμο χαρακτήρα), θα δεχτεί επιπλέον και τη συντροφιά ψυγείου με παγωτά ή καφασιών με μπύρες και αναψυκτικά και θα υπομένει στωικά τη φασαρία: «τρία κιλά παϊδάκια μάστορα και δυό κόκα κόλες, όχι τις λάιτ αδερφέ, ε ψιτ παιδί, μη ξεχάσεις το τζατζίκι και την τυροκαφτερή», συνοδεία, άλλοτε εγχώριας ή αλλοδαπής ποπ ηχορύπανσης (πάντως εάν υπάρχει κάποιος που ακούει Βάγκνερ στην παραλία, δεν θα είναι και πολύ στα καλά του) κι άλλοτε νταλκαδιαμένων λαϊκότροπων ασμάτων, που μιλούν συνήθως για άπονες γυναικείες καρδιές και άντρες όλο μπέσα. 

…κατά βάθος το αρμυρίκι παίζει κι αυτό έναν ρόλο, χρησιμοποιεί το σύστημα, με τον ίδιο τρόπο που το σύστημα χρησιμοποιεί το αρμυρίκι, δεν συμπαθιούνται βέβαια, αυτό είναι ολοφάνερο, το αρμυρίκι είναι μοναχικό και ιδιότροπο και το σύστημα απαιτητικό και ανάγωγο, έχουν συνάψει μεταξύ τους μια ιδότυπη σύμβαση συμβίωσης, το σύστημα βέβαια γνωρίζει τον χαμαιλεοντισμό του αρμυρικιού και το αρμυρίκι με τη σειρά του ξέρει πολύ καλά τις απαιτήσεις του συστήματος, γνωρίζει εν τέλει ότι, καλοκαίρι είναι, θα περάσει…

…στη φωτογραφία, το αγαπημένο μου αρμυρίκι σε ένα κυκλαδίτικο ακρογιάλι περιμένει για μία ακόμα φορά να προσφέρει τον ίσκιο του στην εστέτ οικογένεια του επίσης εστέτ Τζων Μπόη…

…μας ξέρει καλά και το ξέρουμε χρόνια τώρα, οικογενειακός φίλος πιστός, καμιά φορά λέμε και τα μυστικά μας, καθώς κοιτάζουμε όλοι μπροστά…

Γεύση καλοκαιριού

xtapodaki-1

Την έκφραση: “Θα σε χτυπήσω σα χταπόδι”, πάντοτε τη θεωρούσα πολύ σαδομαζοχιστική (καθώς θύμα και θύτης υφίστανται μια σωματική καταπόνηση) κι επειδή εγώ δεν είχα ιδιαίτερη ροπή προς τον σαδισμό, αν και ο μαζοχισμός είναι ώρες ώρες το μεγάλο μου φόρτε, προτιμούσα να παραδίδω τα χταπόδια που έπιανα σε εμπειρότερα χέρια για να χτυπηθούν όπως τους άξιζε κι εγώ απλά καθόμουν και περίμενα το ψήσιμο τους, φτιάχνοντας πρώτα όμως τη θράκα, που εδώ που τα λέμε θέλει κι αυτό τη δική του μαστοριά.

Το ελληνικό καλοκαίρι, εκτός από ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις, από το μπλε και το λευκό των νησιών, έχει αρώματα και γεύσεις μοναδικά, ένα πιάτο με ψητό χταποδάκι καλή ώρα, ένα κομμάτι κρύο καρπούζι, μπασταρδεμένη greek salad, μια σακούλα σκουπιδιών που την έχουν ξεσκίσει οι γάτες και αχνίζει στο λιοπύρι και η λίστα είναι μακριά…

…κάποτε ο Σαββόπουλος τα είχε πει καλύτερα, αλλά εγώ ως εστέτ και γκουρμές, at the same time βεβαίως, μένω σε μια από τις αγαπημένες εικόνες και γεύσεις του καλοκαιριού και προτείνω μάλιστα το εικονιζόμενο συνοδεία Ασύρτικου ή έστω σαμπάνιας (ναι, ναι, σωστά διάβασες, στο εστετολόγιο άλλωστε μπήκες, τι ήθελες να δεις, ρετσίνα;) και ασφαλώς καλή διάθεση, καλή παρέα, αλλά και καλή καρδιά (στη μάταια τούτη πλάση, όλα εδώ θα μείνουν, κρίμα δεν είναι να μην πάμε τουλάχιστον χορτάτοι και αγαπημένοι;)

…αν το καλοσκεφτείς, δεν θέλει και πολλά ο ευζωιστής άνθρωπος για να περάσει καλά, ίσως απλά και να αρκεί να κοιτάς τα μάτια της/του, καθώς σε ξυπνούν τα τζιτζίκια το πρωί και απλά να θεωρείς ότι εκείνη τη στιγμή γεννιέται ο κόσμος όλος…

Ναύπλιο for ever!

001-1-1 (2)-2

Τελικά όση σχέση έχει ο Φάντης με το ρετσινόλαδο, άλλη τόση εγώ έχω με τα Golden Boys.

Βέβαια, ως Golden Boy μπορεί να τα έχω κάνει θάλασσα, αλλά ως εστέτ πάντως κάνω θραύση!

Εικόνα 051-1

Κερασιά καριέρας

kerasia1-1-1

Να πω ότι δεν συγκινήθηκα βλέποντας τους καρπούς των μηδαμινών μου προσπαθειών;

Να πω ότι η καρδιά μου δεν σκίρτησε, κάνοντας Dum Tek Tek, όπως λέει και η ευειδής νεαρά Τουρκάλα αοιδός, μπρος στη θέα της προκομμένης μου κερασιάς;

Όχι, δεν θα πω τίποτα από όλα αυτά, απλά να πω ότι όλα τα λεφτά εδώ είναι το πλαστικό πανεράκι, το οποίο σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστες μαρτυρίες του άμεσου οικογενειακού μου περιβάλλοντος, χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60!

Αμ πως!

Η μολόχα

Εικόνα 376-12-1

Όλα τα λεφτά βέβαια είναι το χειροποίητο δαντελωτό κουρτινάκι κι η γιαγιά που κρυφοκοίταζε μέσα από το παραθύρι, αλλά όμως δεν απαθανατίστηκε, γιατί σε αυτό το σεπτό blog η φίρμα είμαι μόνο εγώ!

Επίσης, στο βάθος βρισκόταν μια μικροσκοπική κουζίνα κι ένα τραπέζι στρωμένο με βαμβακερό καρώ πορτοκαλί τραπεζομάντηλο, στο οποίο βρισκόταν πάνω του ένα ταψί με κατσικάκι και αχνιστές ροδοκόκκινες πατάτες.

Η μυρωδιά τους με έσειρε από τη μύτη και με έφτασε έξω από αυτήν την αυλή…

…τώρα γιατί εγώ διάλεξα να κεντράρω πάνω στο γεράνι (μολόχα το λένε στο χωριό μου), τι να πω, από έναν εστέτ μόνο τέτοια να περιμένεις…

…σε προειδοποιώ πάντως, θα έχει και συνέχεια 😉

Post card from heaven

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-399-1-1

Μπερδεμένα πράγματα η άνοιξη.

Από το κρύο στη ζέστη, από τη νηστεία στο τρελό φαγοπότι, από τη Σαρακοστή στο Πάσχα, από την ξέρα στην ανθοφορία, από την κούραση στην απόλαυση του ταξιδιού…

Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και ο παράδεισος, λίγο από όλα δηλαδή…

Στην Αετοφωλιά

ac

Το πιο σκληρό από όλα είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής.

Σκληρό είναι όμως να βλέπεις και τους κόπους μια ζωής να γίνονται συντρίμμια μέσα σε μια στιγμή κι εσύ να είσαι απλά εκεί και να παρακολουθείς την τραγωδία.

Πριν από επτά χρόνια βρέθηκα στην L’ Aquila. Τι γύρευα εκεί, ούτε που ξέρω, φοιτητής στην Ιταλία δεν υπήρξα, ούτε και η πόλη αυτή βρίσκεται μέσα στον χάρτη των πολύ τουριστικών περιοχών της χώρας.  Από τη Ρώμη χρειάστηκε να ανηφορίσουμε τα Απέννινα για περίπου 2 ώρες, κάποια στιγμή φτάσαμε στην αετοφωλιά του γεωγραφικού διαμερίσματος του Abruzzo και στην L’ Aquila, τον Αετό της Ιταλίας. Παρά το γεγονός ότι ήταν Μάιος, το κρύο ήταν τσουχτερό. Νιώσαμε όμως οικεία, ίσως κάποια ελληνικά που ακούσαμε από τους Έλληνες φοιτητές, ίσως το γεγονός  ότι το τοπίο έμοιαζε σαν τα σκληροτράχαλα βουνά της Πίνδου, τι σημασία όμως έχει, στο κάτω κάτω στην Ιταλία γενικώς νιώθεις οικεία…

Στη L´Aquila δοκιμάσαμε τοπικές λιχουδιές και θυμάμαι ήπιαμε κι ένα ωραίο κόκκινο Montepulciano d´Abruzzo, το δημοφιλές κρασί της περιοχής. Η L´Aquila, παρά την αγριάδα του τοπίου της, ήταν φιλική, όμορφη και φιλόξενη, μια ήσυχη, μικρή, ζωντανή, επαρχιακή πόλη (από αυτές που σε εκνευρίζουν αλλά και τις συμπαθείς συνάμα), μια πόλη «καθημερινή», έξω από τη τουριστική λογική του εντυπωσιασμού.    

Κάποια στιγμή είπαμε να ξαναπεράσουμε από ΄κει και η υπόσχεση έμεινε ανοικτή…

H L’ Aquila σήμερα πονά, μα πιο πολύ πονούν οι άνθρωποί της…

…είναι σκληρό να βλέπεις τον τόπο σου να ρημάζει, αλλά πιο σκληρό τελικά είναι να βλέπεις τους ανθρώπους σου να χάνονται…

Έκαστος στο είδος του!

luwak_8

 

Το να είσαι εστέτ εν μέσω οικονομικής κρίσης είναι σαν να παρακολουθείς το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και να περιμένεις να βγει πρωταθλητής κάποιος άλλος εκτός του Ολυμπιακού. Έτσι κι o εστέτ, μοιάζει να παλεύει μόνος του μέσα σε μια θάλασσα μιζέριας, πιστός στις απόψεις του και πάντα αξιοπρεπής στον χλευασμό των γύρω του, οι οποίοι βέβαια θα ήθελαν να ήταν κι αυτοί εστέτ, αλλά όπως έχω γράψει και σε παλιότερο άρθρο μου, ο εστέτ γεννιέται, δεν γίνεται. Κάτι ανάλογο δηλαδή συμβαίνει και στην περίπτωση του Ολυμπιακού, αυτή η ομάδα έχει τη στόφα του πρωταθλητή – μπορεί βέβαια στα ευρωπαϊκά γήπεδα να γίνεται ρόμπα ξεκούμπωτη – αλλά ποιός ασχολείται τώρα με τους κουτόφραγκους, στην Ψωροκώσταινα γεμίζει ο σάκος με τα απίδια!

 

Εν μέσω λοιπόν οικονομικής κρίσης και σφιξίματος του ζωναριού, βγαίνει ο κάθε λογής ντεμέκ εστέτ και γράφει για κρασιά, για ευζωία, για ταξίδια, για γαστρονομία και άλλα τέτοια, όταν ένας πραγματικός εστέτ, σαν και του λόγου μου, ασχολείται με τον πραγματικό εστετισμό και τις ακριβές απολαύσεις. Θα μου πει κανείς ότι σε αυτές τις εποχές η χλιδή και η επίδειξη πλούτου προκαλεί, βρε αδερφέ όμως, είναι ο Έλληνας φτωχός; Ένα δίκλινο έψαχνα ο άνθρωπος για τις ημέρες του Πάσχα και δεν βρήκα ούτε σουίτα σε παραδοσιακό ξενώνα στην Κάτω Πετρομαγούλα. Από την άλλη λέω μέσα μου ότι, αφού τούτο εδώ το εστετικό μετερίζι έχει ακόμα αναγνώστες, αυτό σημαίνει ότι όλο και κάτι εστετικό περιμένουν από μένα, ίσως γιατί κι αυτοί κατά βάθος είναι εστέτ, αλλά ντρέπονται να το παραδεχθούν ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό. Μην σπρώχνεστε αδέρφια, όλοι θα πάρετε, ας γίνουμε σαν τα παιδιά των λουλουδιών ένα πράμα, ας φτιάξουμε το δικό μας κοινόβιο, την δική μας φράξια κι ας βγούμε έξω να κάνουμε επιτέλους τη μιζέρια στάχτη και burberry.

 

Μια που πιάσαμε λοιπόν αυτή την κουβέντα κι επειδή εδώ εστέτ αναγνώστη δεν μπήκες για κατήχηση και στρατολόγηση στο κίνημα του εστετισμού, αλλά για να μάθεις πέντε-έξι εστετικές αράδες να έχεις κι εσύ κάτι να λες, μη σε περάσουν και για καράβλαχο μέρες δύσκολες που είναι, διάβασε προσεκτικά λοιπόν τι θα ζητάς όταν θα πηγαίνεις εφεξής για καφέ στο Κολωνάκι!

Ξέχνα τον φρέντο καπουτσίνο, ξέχνα τον εσπρέσσο, ξέχνα τον καφέ κον λάτε, ξέχνα και τον μακιάτο (από ότι είδες, δεν αναφέρω πουθενά τον φραπέ, καθώς αυτές δεν είναι κουβέντες για έναν εστέτ), ξέχνα λοιπόν όλα τα παραπάνω, αυτά είναι για κάτι δευτεράντζες άσχετους που κατέβηκαν τώρα από τα χωριά τους και δήθεν ξέρουν από καφέδες, εσύ εστέτ αναγνώστη θα πρέπει να κάνεις τη διαφορά, να γυρνά όλο Ντα Κάπο να σε βλέπει και να σκάει από το κακό του!

Από ΄δω και στο εξής μην τολμήσεις ξανά να ζητήσεις άλλον καφέ στο Κολωνάκι πέρα από τον γνήσιο σκατοκαφέ, ναι σωστά διάβασες, τον σκατοκαφέ! Για να έχεις μια ιδέα για το τι θα ζητήσεις, παρατήρησε προσεκτικά τη φωτογραφία μη σου τη βγει κανένα παρτάλι και σου κάνει τον έξυπνο. Ο συγκεκριμένος καφές δεν είναι όμως ο οποιοσδήποτε καφές, για να έχεις την τόλμη να τον ζητήσεις θα πρέπει να έχεις και τα φράγκα να τον πληρώσεις πρέπει να σου πω, όχι εστέτ με ξένα κόλυβα!

Ο καφές αυτός είναι ακριβός, πολύ ακριβός, πάρα πολύ ακριβός, επειδή είναι πολύ σπάνιος, στην Αμερική και στην Άπω Ανατολή η τιμή του μπορεί να φτάσει μέχρι και 1000 ευρώ το κιλό, ναι σωστά διάβασες, γουλιά και κατοστάευρο, μυρωδιά και σεντς!

Βέβαια, επειδή είσαι εστέτ και ρεζίλι δεν πρέπει να γίνεις στον κάθε σνομπ σερβιτόρο που θα σε εξευτελίσει, σηκώνοντας το φρύδι του στα μούτρα σου, μην τον ζητήσεις σε παρακαλώ με την παραπάνω ονομασία, είναι κρίμα, αλλά μόνο με την πραγματική του. Kopi Luwak τον λένε οι εστέτ φραγκάτοι-γνωρίζοντες και προέρχεται κυρίως από τη νήσο Σουλαβέσι της Ινδονησίας, την οποία φυσικά θυμάσαι από τον γεωγραφικό άτλαντα της έκτης Δημοτικού, τότε βέβαια την έλεγαν Κελέβη.

Η παραγωγή του συγκεκριμένου καφέ ομολογουμένως ενδιάφερουσα. Στη νήσο λοιπόν αυτή της Ινδονησίας υπάρχουν άφθονα καφεόδεντρα, ενώ επίσης στην συγκεκριμένη νήσο ενδιμεί και μια συμπαθητική μοσχογαλή, η οποία θα πρέπει να είναι πολύ θεριακλού και γκουρμέ και έτσι που τη χάνεις που τη βρίσκεις, χωμένη μέσα στους θάμνους του καφέ να καταπίνει αμάσητους τους σπόρους. Έλα όμως που αυτή η συμπαθής γατούλα, ναι μεν γουστάρει τους σπόρους του καφέ, αλλά έχει ευαίσθητο στομαχάκι και όπως μπαίνουν έτσι και βγαίνουν από την άλλη; Οι σπόροι όμως του καφέ, πριν αφοδευτούν από τη θεριακλού γατούλα της νήσου Σουλαβέσι, παραμένουν στο στομάχι της για ένα μικρό διάστημα και δέχονται μια ενζυματική διαδικασία η οποία μεταβάλει το άρωμά τους. Οι κόκοι του καφέ στη συνέχεια αφοδεύονται άθικτοι (τι κουβέντα πιάσαμε τώρα να ΄ξερα με τα σκατά της γάτας), αφού η γατούλα βαρυστομαχιάζει και δεν μπορεί να τους χωνέψει (τουλάχιστον δεν τους κάνει εμετό, που είναι πιο αηδιαστικό), πρώτα όμως αυτοί έχουν εμποτισθεί με τα γαστρικά υγρά της κι έχουν αποκτήσει μια αλλόκοτα απολαυστική πικρή γεύση, η οποία στους κύκλους των απανταχού γκουρμέ εστέτ είναι ανάρπαστη!

Βέβαια, μία ενδεχόμενη απορία ενός φυσιολογικού ανθρώπου είναι πως ακριβώς γίνεται η συλλογή των κόκων του καφέ. Ε αυτό είναι απλό, πηγαίνει ο συμπαθής, μεροκαματιάρης Σουλαβεσιανός με το σκουπάκι και το φαρασάκι του και κυνηγάει τη γατούλα από πίσω, αυτή του ξεφεύγει μέσα στη Σουλαβεσιανή ζούγκλα, τρέχει αυτός από πίσω με τη σακουλίτσα, τρέχει κι αυτή, η γατούλα από το φόβο της και από τη βαρυστομαχιά της τα κάνει όπου βρει, τα μαζεύει ο ταλαίπωρος σκατο-καφε-συλλέκτης, γιατί ξέρει ότι θα πιάσει και καλά λεφτά στην πιάτσα, τα βάζει μέσα στο σακουλάκι και μετά ακολουθεί τη διαδικασία διαχωρισμού των κόκων του καφέ από τα κόπρανα της θεριακλούς μοσχογαλής. Μετά γίνεται η επεξεργασία κι έτσι οι κόκοι του καφέ καταλήγουν, πιστεύω απαλλαγμένοι από τα περιττώματα – όρκο όμως δεν παίρνω – στις βιτρίνες των πολύ ακριβών καταστημάτων πώλησης καφέ στην Αμερική, ξέρεις τώρα, Μανχάταν, Μπέβερλυ Χιλς κι έτσι, όπου εκεί μαζεύονται οι εστέτ και ακουμπάνε τις οικονομίες τους, που έχουν βγάλει με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα (άλλων), ώστε να αποκτήσουν αυτή τη λιχουδιά η οποία θεωρείται μία από τις ακριβότερες στον κόσμο.

 

Μετά από αυτή την λεπτομερή αναφορά στον Kopi Luwak, τον ακριβότερο καφέ του κόσμου, θα πρέπει κανείς να καταλάβει ότι σε αυτόν τον ιδιόρρυθμο κόσμο, όλα αγοράζονται και όλα πωλούνται, ακόμα και τα σκατά της γάτας έχουν κι αυτά μια τιμή και μάλιστα υψηλή, για αυτό αναγνώστη μου, μην σνομάρεις τίποτα πια και μην αφήνεις το παραμικρό να πάει χαμένο, στο κάτω κάτω οικονομική κρίση έχουμε, δεν θα πας να σκοτωθείς τώρα να αγοράσεις τον Kopi Luwak με το Δώρο του Πάσχα σου, υπάρχουν άλλωστε τόσες εναλλακτικές, η γατούλα της γειτονιάς που ΄χει χώσει τη μουσούδα της μέσα στους κάδους με τα σκουπίδια σου, σαν να την ακούω να σου νιαουρίζει 🙂