Ευτυχώς παλιμπαιδίζουμε

Θα ήταν εννιά με δέκα χρονών, ζούσε σ΄ ένα πολύχωμο σπίτι με το όνομα Villa Villekulla, το οποίο βρισκόταν – και ακόμα βρίσκεται – σε ένα όμορφο χωριό του νησιού Gottland της Σουηδίας, είχε πατέρα τον βασιλιά του νησιού Τάκα Τούκα των νοτίων θαλασσών, είχε δύναμη τρομερή, δεν πήγαινε σχολείο, ξύπναγε και κοιμόταν όποτε ήθελε, είχε μια μεγάλη τσάντα με χρυσά νομίσματα, ζούσε απρόβλεπτα και συναρπαστικά, ήταν θεότρελη και κεφάτη και είχε φαντασία αχαλίνωτη, είχε και μια μαϊμού με το όνομα «κύριος Νίλσον», όπως επίσης και δύο «φυσιολογικούς» φίλους, την Ανίκα και τον Τόμι, είχε κι ένα άσπρο άλογο με βούλες μαύρες, είχε και δύο καροτί πεταχτές πλεξούδες, ένα ζευγάρι τεράστια παπούτσια και ένα ζευγάρι χρωματιστές και αταίριαστες κάλτσες, ξεπήδησε κάποια στιγμή μέσα από ένα παραμύθι της Astrid Lindgren, ήταν παιδί αλλά στην πραγματικότητα είχε γεννηθεί το 1945, ήταν διάσημη σε όλον τον κόσμο και θα παραμένει διάσημη όσο θα συντροφεύει τα παιδικά όνειρα και από πάνω την λένε και Pippilotta Viktualia Rullgardina Krusmynta Efraimsdotter Långstrump!

Σκηνικό στα τέλη της δεκαετίας του ΄70, λίγο πριν την έλευση της έγχρωμης τηλεόρασης στην Ελλάδα, της βιντεοκασέτας και του ΠΑΣΟΚ, λίγο πριν ξεκινήσει η εποχή της βαριάς κουλτούρας με τις ταινίες σύμβολο, όπως, «Πέφτουν οι σφαίρες σαν χαλάζι», καθώς και το «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα». Οι σημερινοί σαραντάρηδες σίγουρα θα τη θυμούνται καθώς εκείνη την εποχή έκανε θραύση στις παιδικές ηλικίες. Κανείς δεν τη θυμάται βέβαια με το επίσημο μακρόσυρτο όνομά της, όλοι την ήξεραν απλά ως η Πίπη η Φακιδομύτη (στην Ελλάδα βεβαίως αυτό, γιατί διεθνώς το όνομά της ήταν Pippi Langstrumpf, δηλαδή η Πίπη με τις μακριές κάλτσες), η μικρή λοιπόν Σουηδέζα – έως τότε εκτός από τη μικρή Σουηδέζα Πίπη έκαναν μεγάλο σουξέ και οι μεγαλύτερες Σουηδέζες στη Ρόδο και στην Κω – αποτελούσε την πιο διάσημη ηρωίδα της βραβευμένης επίσης Σουηδέζας συγγραφέως παιδικών βιβλίων, της Astrid Lindgren.

Τα χρόνια πέρασαν και ποτέ δεν θα μπορούσα να φανταστώ ότι στα σαράντα φεύγα μου θα βρισκόμουν εν μέσω απρόβλεπτης και απολαυστικής συζήτησης με άλλους σαλεμένους σαράντα φεύγα (επιχειρηματίες, μάνατζερς, μετά-γιάπις οικογενειάρχες, σκληρά φορολογούμενους, οικονομικά πληττόμενους και άλλα τέτοια σκιαχτικά) για την Πίπη τη Φακιδομύτη και πόσο αγαπημένο ήταν αυτό το πρόγραμμα στην παιδική μας ηλικία. Τελικά πρέπει κάποια στιγμή να κάνεις μια τόσο σοβαρή συζήτηση, όπως εκείνη για την Πίπη για να καταλάβεις ότι υπάρχει μια κάποια ελπίδα στον μάταιο τούτο κόσμο, αφού για να φτάσει κάποιος – κατά τα άλλα σοβαροφανής – άνθρωπος, που έχει φάει το carrer orientation στο δόξα πατρί και το work under pressure με το κουτάλι της σούπας, να αγνοεί μια συζήτηση για το πακέτο στήριξης των 28 δις ευρώ, για την πορεία του χρηματιστηρίου, για τα τοξικά ομόλογα, για τον Ολυμπιακό και για τις εκπτώσεις του Golden Hall και  αντιθέτως να ταξιδεύει μαζί με την Πίπη και τις περιπέτειές της, μέσω παιδικού μεταγλωτισμένου DVD, τότε αισθάνεσαι ότι δεν είναι όλα σάπια στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας και μπορεί να υπάρχει ακόμα, έστω και μια ισχνή ελπίδα, έστω μια κάποια σπίθα παιδικότητας ακόμα μέσα μας, η οποία μπορεί κάποια στιγμή να γίνει φλόγα δυνατή. Λέμε τώρα!

Ωραία βέβαια όλα αυτά, αλλά επειδή παιδιά δεν είμαστε πλέον να ταξιδεύουμε με ένα αερόστατο με παρέα την Πίπη για το νησί Τάκα Τούκα, χωρίς να μας ενδιαφέρει εάν την επόμενη μέρα στο σούπερ μάρκετ θα έχει αυξηθεί και πάλι η τιμή στο γάλα, κι επειδή αισιόδοξος και πολύ δεν είμαι για την αδίστακτη κι αχόρταγη ανθρώπινη φύση, με έβαλε ο διάολος να ψάξω ποιά τελικά ήταν αυτή που υποδυόταν την Πίπη τη Φακιδομύτη και τι στο καλό απέγινε.   

Ψάχνοντας λοιπόν ως άλλος διαδικτυακός Σέρλοκ Χολμς (γιατί καλή η ελπίδα και η παιδικότητα αλλά εδώ μιλάμε για την διάβρωση των σαράντα φεύγα), βρήκα ότι την έλεγαν Inger Nilsson (και που το έμαθα δηλαδή τι κατάλαβα) και επειδή ο κακός ο άνθρωπος καλό δεν χρωστάει να κάνει, ανακάλυψα κι από πάνω ένα βιντεάκι στο youtube (η απόλυτη πεζότητα δηλαδή) με μια συνέντευξη της ηρωίδας σε φάση ηλικιακής ωριμότητας, στην οποία όπως είναι αναμενόμενο (άτιμε και κακούργε χρόνε κλέφτη που δεν αφήνεις ούτε τις παιδικές φαντασιώσεις άθικτες), εάν κανείς αναγνωρίσει έστω κι ένα δράμυ της σκανταλιάρας και ευφάνταστης Πίπης που τόσο όλοι αγαπήσαμε στην παιδική μας ηλικία, να μου το στείλει πακέτο στη Χατζηβασιλείου να τσακιστώ να το ανοίξω!

 

Ο Σαραντάρης (plus)

…κι επειδή είναι ακόμα ολίγον νωρίς να τραγουδώ:

Ο πενηντάρης είναι ένας νέος της  εποχής!”

σας διαβεβαιώ ότι:

Δεν έχουν σημασία, τα λίγα γκρίζα μου μαλλιά,

η αξία βρίσκεται μες την καρδιά.

Μην κοιτάς τα χρόνια μου λοιπόν…

Ο άντρας πρέπει να ΄χει παρελθόν!!!

Τάδε έφη: Γιάννης Πάριος & Τζων Μπόης

…εμ τι, τζάμπα τα κουβαλάμε στην πλάτη;

Σκόνη γλυκιά

Θα ήταν πριν από είκοσι και βάλε χρόνια. Βρισκόμουν στο σπίτι μιας φίλης μου, της οποίας ο πατέρας μάζευε, όπως έλεγε τότε η ίδια, τις πιο άχρηστες παλιατζούρες που μπορούσε να φανταστεί ανθρώπου νους, συνήθως πήγαινε στο Μοναστηράκι και παζάρευε παλιούς δίσκους βινιλίου, παλιά κιτρινισμένα βιβλία και κάποιες αντίκες, τα μάζευε στο σπίτι, κι έτσι αυτά έμεναν σκονισμένα και ξεχαρβαλωμένα σε κάποια γωνιά, μέχρι να τα βρει η γυναίκα του και στη ζούλα να τα πετάξει στα σκουπίδια. Δεν ξέρω πως, αλλά εγώ με αυτόν τον άνθρωπο, ο οποίος ήταν κάπως απόμακρος και σκουντούφλης, ένιωθα μια οικειότητα και μια συμπάθεια, ίσως επειδή κατά βάθος ήξερα ότι κι εγώ είμαι από εκείνους που μαζεύουν διάφορα πράγματα και δεν τα πετούν, όχι γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτά, αλλά αντιθέτως εξαιτίας μιας μανίας να συλλέγω χίλιες δυό παλιατζούρες, τις οποίες κάποια στιγμή με πιάνει η ίδια λύσσα να τις πετάξω χωρίς ενοχές στα σκουπίδια. Ο κύριος λοιπόν αυτός, βλέποντας εκείνη τη στιγμή στο βλέμμα μου αυτή τη δίψα να ανακαλύψω τους μικρούς κρυμμένους θησαυρούς του, με έβαλε σε ένα δωμάτιο κι άρχισε να μου αραδιάζει με περηφάνεια κάποια 45άρια βινιλίου, τα μικρά μαύρα φετίχ των παλιών καλών ημερών όπως έλεγε. 

” Την ξέρεις”, μου λέει, “τη Δανάη”; Είδε μια απορία στο βλέμμα μου και πριν προλάβω να απαντήσω μου χαμογέλασε και μου είπε ότι είναι φυσικό να μην τη γνωρίζω, όπως είναι φυσικό στην ηλικία αυτή να ακούω τους Pink Floyd και τον Michael Jackson, παρά τη Δανάη και τη Βέμπο. Τον κοίταξα στα μάτια και του απάντησα ότι ναι μεν ακούω τους Pink Floyd, αλλά γνωρίζω και τη Δανάη, καθώς στο σπίτι έχουμε κι εμείς ένα δισκάκι με τραγούδια της και η φωνή της είναι αγγελική. Τι ωραία που είναι τελικά να βλέπεις τη λάμψη στα μάτια των ανθρώπων. Η αλήθεια είναι ότι ο άνθρωπος αυτός, που μάλλον αχώνευτο θα τον χαρακτήριζες, με συμπάθησε βαθειά, εάν κι εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα να χάνω πόντους στα μάτια της κόρης του, η οποία ένιωσα να με συνδέει αυτομάτως με τη μούχλα και τη παραξενιά του πατέρα της. Εκείνο το βράδυ βρεθήκαμε, έτσι στα ξαφνικά, να ακούμε όλοι τα τραγούδια της Δανάης, θα πρέπει να ήταν μια ζεστή ανοιξιάτικη βραδιά (μπορεί να ήταν και καταχείμωνο, αλλά κάπως έτσι εγώ θέλω να τη θυμάμαι) και ξαφνικά όλη εκείνη η μούχλα, η παραξενιά, η σκόνη που κατακαθόταν πάνω σε εκείνα τα μαύρα μικρά φετίχ αλλά και στις σχέσεις, ένιωσα ότι με μιας σκορπίστηκαν και τη θέση τους πήρε εκείνη τη ζεστασιά που έβγαινε μέσα από την αγγελική φωνή της Δανάης.    

Η Δανάη Στρατηγοπούλου, έφυγε χτες πλήρης ημερών, όπως λένε και διαβάζοντας χτες την είδηση θυμήθηκα ξανά εκείνο το σκονισμένο βινίλιο που ξέρω ότι υπάρχει ακόμα σε μια γωνιά του πατρικού μου σπιτιού, περιμένοντας την επισκευή του παλιού πικ απ για να ξαναπαίξει, εκείνο το 45άρι που γεφύρωσε έστω και για λίγο ένα χάσμα γεννεών, θυμήθηκα εκείνη τη μουσική, τη σκόνη τη γλυκιά που μπορεί καμιά φορά να τη σνομπάρεις και να την προσπερνάς, ξέρεις όμως ότι βρίσκεται κάπου μέσα σου και κάθε φορά που σου δίνεται η ευκαιρία κάθεσαι να την απολαύσεις, έστω και στα κλεφτά, κρύβοντας εντέχνως εκείνον τον αδιόρατο φόβο μήπως και σε χαρακτηρίσουν ντεμοντέ.

…και εκτός αυτών, που να το φανταζόμουν τότε, ότι εκείνο το υπέροχο όνομά της  θα σημάδευε, για κάποιον άλλο λόγο βέβαια,  τη ζωή μου τόσο γλυκά…

Βουκολικό ροκ

Θα βιντεοσκοπώ μέχρι να ακούσω το όνομά μου στην απονομή των Όσκαρ, στόχος μου είναι να κάνω την πατρίδα μου διάσημη κι εγώ να πατήσω το κόκκινο χαλί φορώντας σμόκιν, στο πόντιουμ βέβαια θα ευχαριστήσω τη μαμά μου, τον μπαμπά μου, τον παραγωγό μου (στη συγκεκριμένη περίπτωση σκηνοθέτης και παραγωγός θα είναι το ίδιο πρόσωπο, γιατί και φράγκα έχουμε και έμπνευση), το youtube και την γρήγορη adsl σύνδεσή μου. 

Την ώρα της απονομής του χρυσού αγαλματιδίου θα απαιτήσω να ακουστεί ασφαλώς το άσμα του βιδεο-κλιπακίου!