Posted by: Τζων Μπόης | June 10, 2009

Το αρμυρίκι

Εικόνα 475-1

Θα μπορούσες να πεις ότι αποτελεί ένα ασαφές μέρος της εικόνας που έχουμε μέσα μας για το καλοκαίρι. Δεν έχει τη δροσιά των πλατανιών, δεν έχει τον παχύ ίσκιο των πεύκων, δεν διαθέτει ούτε καν τον εξωτισμό των κέδρων…

Μπορεί να μην αποτελεί την πρώτη μας επιλογή (στην πραγματικότητα, εκείνο απεχθάνεται τη δημοσιότητα), δίνει όμως λύσεις πολύ αξιόπιστες, ώρες ώρες μάλιστα σε καταπλήσσει με τις ικανότητές του. Έτσι και το εμπιστευτείς δεν θα σε προδώσει ποτέ, φτάνει όμως να το επιλέξεις, αυτό δεν θα σου φωνάξει ποτέ να έρθεις κοντά του, πολλές φορές μάλιστα θα σε αποτρέψει κιόλας, είναι κατά βάση μοναχικό, περήφανο, εγωιστικό και κάπως αυτάρεσκο.

Το αρμυρίκι είναι παράλληλα σκληρό και ανθεκτικό, ανθίζει στις ξέρες, δεν χρειάζεται ούτε κελαριστά νερά να βρίσκονται γύρω του για να το δροσίζουν, ούτε χώματα εύφορα κι αφράτα, το μόνο που χρειάζεται είναι να έχει ορίζοντα ανοικτό, να έχει πάντοτε μπροστά του μια προοπτική, το αρμυρίκι δεν κοιτάει ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε και πίσω, το αρμυρίκι κοιτάζει μόνο μπρος, με κατεύθυνση πάντα προς τη θάλασσα (είναι κι αυτό μέρος της ιδιοτροπίας του). Αν βρεθείς δίπλα του θα σου προσφέρει απλόχερα τον ίσκιο του, δεν θα σε απογοητεύσει, αν το προσπεράσεις, μάλλον δεν θα το απασχολήσει ιδιαιτέρως, αυτό θα συνεχίσει και πάλι να κοιτάζει μπροστά, έτσι είναι η φύση του.

Το αρμυρίκι δεν είναι δέντρο καριέρας, δεν υπόσχεται τίποτα και σε κανέναν, όπως επίσης και δεν θα θελήσει κανείς να το καταστρέψει για να καρπωθεί τον ζωτικό του χώρο. Το αρμυρίκι μπορεί από ένα δέντρο όμορφο, να μετατραπεί σε ένα παραμορφωμένο κορμό με λιγοστά ξεροκαμμένα φύλλα προκειμένου να διασωθεί, το αρμυρίκι είναι αγωνιστής, το αρμυρίκι είναι και χαμαιλέοντας, θα περισώσει το τομάρι του πάσει θυσία, στην ανάγκη μάλιστα θα το προσφέρει και προς τέρψη των σφετεριστών του, θα στολιστεί με πολύχρωμα λαμπιόνια, θα τυλιχθεί με καλώδια ρεύματος και μπαλαντέζες, θα κρεμάσει πάνω του ηχεία, μικροφωνικές εγκαταστάσεις, μπαλόνια, πολύχρωμα φαναράκια, κουβαδάκια, μπρατσάκια, σωσίβια και πετσέτες θαλάσσης, μπορεί και το τάπερ με τα κεφτεδάκια, θα μετατραπεί σε μια ευφάνταστη καλοκαιρινή ατραξιόν, βουτηγμένο μέσα στην γκλαμουριά και στο υπερθέαμα (γιατί μπορεί να έχει σκληρή καρδιά αλλά έχει και αδύναμο χαρακτήρα), θα δεχτεί επιπλέον και τη συντροφιά ψυγείου με παγωτά ή καφασιών με μπύρες και αναψυκτικά και θα υπομένει στωικά τη φασαρία: «τρία κιλά παϊδάκια μάστορα και δυό κόκα κόλες, όχι τις λάιτ αδερφέ, ε ψιτ παιδί, μη ξεχάσεις το τζατζίκι και την τυροκαφτερή», συνοδεία, άλλοτε εγχώριας ή αλλοδαπής ποπ ηχορύπανσης (πάντως εάν υπάρχει κάποιος που ακούει Βάγκνερ στην παραλία, δεν θα είναι και πολύ στα καλά του) κι άλλοτε νταλκαδιαμένων λαϊκότροπων ασμάτων, που μιλούν συνήθως για άπονες γυναικείες καρδιές και άντρες όλο μπέσα. 

…κατά βάθος το αρμυρίκι παίζει κι αυτό έναν ρόλο, χρησιμοποιεί το σύστημα, με τον ίδιο τρόπο που το σύστημα χρησιμοποιεί το αρμυρίκι, δεν συμπαθιούνται βέβαια, αυτό είναι ολοφάνερο, το αρμυρίκι είναι μοναχικό και ιδιότροπο και το σύστημα απαιτητικό και ανάγωγο, έχουν συνάψει μεταξύ τους μια ιδότυπη σύμβαση συμβίωσης, το σύστημα βέβαια γνωρίζει τον χαμαιλεοντισμό του αρμυρικιού και το αρμυρίκι με τη σειρά του ξέρει πολύ καλά τις απαιτήσεις του συστήματος, γνωρίζει εν τέλει ότι, καλοκαίρι είναι, θα περάσει…

…στη φωτογραφία, το αγαπημένο μου αρμυρίκι σε ένα κυκλαδίτικο ακρογιάλι περιμένει για μία ακόμα φορά να προσφέρει τον ίσκιο του στην εστέτ οικογένεια του επίσης εστέτ Τζων Μπόη…

…μας ξέρει καλά και το ξέρουμε χρόνια τώρα, οικογενειακός φίλος πιστός, καμιά φορά λέμε και τα μυστικά μας, καθώς κοιτάζουμε όλοι μπροστά…

Posted by: Τζων Μπόης | June 1, 2009

Γεύση καλοκαιριού

xtapodaki-1

Την έκφραση: “Θα σε χτυπήσω σα χταπόδι”, πάντοτε τη θεωρούσα πολύ σαδομαζοχιστική (καθώς θύμα και θύτης υφίστανται μια σωματική καταπόνηση) κι επειδή εγώ δεν είχα ιδιαίτερη ροπή προς τον σαδισμό, αν και ο μαζοχισμός είναι ώρες ώρες το μεγάλο μου φόρτε, προτιμούσα να παραδίδω τα χταπόδια που έπιανα σε εμπειρότερα χέρια για να χτυπηθούν όπως τους άξιζε κι εγώ απλά καθόμουν και περίμενα το ψήσιμο τους, φτιάχνοντας πρώτα όμως τη θράκα, που εδώ που τα λέμε θέλει κι αυτό τη δική του μαστοριά.

Το ελληνικό καλοκαίρι, εκτός από ηλιοβασιλέματα γεμάτα αναμνήσεις, από το μπλε και το λευκό των νησιών, έχει αρώματα και γεύσεις μοναδικά, ένα πιάτο με ψητό χταποδάκι καλή ώρα, ένα κομμάτι κρύο καρπούζι, μπασταρδεμένη greek salad, μια σακούλα σκουπιδιών που την έχουν ξεσκίσει οι γάτες και αχνίζει στο λιοπύρι και η λίστα είναι μακριά…

…κάποτε ο Σαββόπουλος τα είχε πει καλύτερα, αλλά εγώ ως εστέτ και γκουρμές, at the same time βεβαίως, μένω σε μια από τις αγαπημένες εικόνες και γεύσεις του καλοκαιριού και προτείνω μάλιστα το εικονιζόμενο συνοδεία Ασύρτικου ή έστω σαμπάνιας (ναι, ναι, σωστά διάβασες, στο εστετολόγιο άλλωστε μπήκες, τι ήθελες να δεις, ρετσίνα;) και ασφαλώς καλή διάθεση, καλή παρέα, αλλά και καλή καρδιά (στη μάταια τούτη πλάση, όλα εδώ θα μείνουν, κρίμα δεν είναι να μην πάμε τουλάχιστον χορτάτοι και αγαπημένοι;)

…αν το καλοσκεφτείς, δεν θέλει και πολλά ο ευζωιστής άνθρωπος για να περάσει καλά, ίσως απλά και να αρκεί να κοιτάς τα μάτια της/του, καθώς σε ξυπνούν τα τζιτζίκια το πρωί και απλά να θεωρείς ότι εκείνη τη στιγμή γεννιέται ο κόσμος όλος…

Posted by: Τζων Μπόης | May 25, 2009

Ναύπλιο for ever!

001-1-1 (2)-2

Τελικά όση σχέση έχει ο Φάντης με το ρετσινόλαδο, άλλη τόση εγώ έχω με τα Golden Boys.

Βέβαια, ως Golden Boy μπορεί να τα έχω κάνει θάλασσα, αλλά ως εστέτ πάντως κάνω θραύση!

Εικόνα 051-1

Posted by: Τζων Μπόης | May 14, 2009

Κερασιά καριέρας

kerasia1-1-1

Να πω ότι δεν συγκινήθηκα βλέποντας τους καρπούς των μηδαμινών μου προσπαθειών;

Να πω ότι η καρδιά μου δεν σκίρτησε, κάνοντας Dum Tek Tek, όπως λέει και η ευειδής νεαρά Τουρκάλα αοιδός, μπρος στη θέα της προκομμένης μου κερασιάς;

Όχι, δεν θα πω τίποτα από όλα αυτά, απλά να πω ότι όλα τα λεφτά εδώ είναι το πλαστικό πανεράκι, το οποίο σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστες μαρτυρίες του άμεσου οικογενειακού μου περιβάλλοντος, χρονολογείται από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60!

Αμ πως!

Posted by: Τζων Μπόης | May 8, 2009

Η μολόχα

Εικόνα 376-12-1

Όλα τα λεφτά βέβαια είναι το χειροποίητο δαντελωτό κουρτινάκι κι η γιαγιά που κρυφοκοίταζε μέσα από το παραθύρι, αλλά όμως δεν απαθανατίστηκε, γιατί σε αυτό το σεπτό blog η φίρμα είμαι μόνο εγώ!

Επίσης, στο βάθος βρισκόταν μια μικροσκοπική κουζίνα κι ένα τραπέζι στρωμένο με βαμβακερό καρώ πορτοκαλί τραπεζομάντηλο, στο οποίο βρισκόταν πάνω του ένα ταψί με κατσικάκι και αχνιστές ροδοκόκκινες πατάτες.

Η μυρωδιά τους με έσειρε από τη μύτη και με έφτασε έξω από αυτήν την αυλή…

…τώρα γιατί εγώ διάλεξα να κεντράρω πάνω στο γεράνι (μολόχα το λένε στο χωριό μου), τι να πω, από έναν εστέτ μόνο τέτοια να περιμένεις…

…σε προειδοποιώ πάντως, θα έχει και συνέχεια ;)

Posted by: Τζων Μπόης | April 11, 2009

Post card from heaven

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-399-1-1

Μπερδεμένα πράγματα η άνοιξη.

Από το κρύο στη ζέστη, από τη νηστεία στο τρελό φαγοπότι, από τη Σαρακοστή στο Πάσχα, από την ξέρα στην ανθοφορία, από την κούραση στην απόλαυση του ταξιδιού…

Κάπως έτσι θα πρέπει να είναι και ο παράδεισος, λίγο από όλα δηλαδή…

Posted by: Τζων Μπόης | April 6, 2009

Στην Αετοφωλιά

ac

Το πιο σκληρό από όλα είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής.

Σκληρό είναι όμως να βλέπεις και τους κόπους μια ζωής να γίνονται συντρίμμια μέσα σε μια στιγμή κι εσύ να είσαι απλά εκεί και να παρακολουθείς την τραγωδία.

Πριν από επτά χρόνια βρέθηκα στην L’ Aquila. Τι γύρευα εκεί, ούτε που ξέρω, φοιτητής στην Ιταλία δεν υπήρξα, ούτε και η πόλη αυτή βρίσκεται μέσα στον χάρτη των πολύ τουριστικών περιοχών της χώρας.  Από τη Ρώμη χρειάστηκε να ανηφορίσουμε τα Απέννινα για περίπου 2 ώρες, κάποια στιγμή φτάσαμε στην αετοφωλιά του γεωγραφικού διαμερίσματος του Abruzzo και στην L’ Aquila, τον Αετό της Ιταλίας. Παρά το γεγονός ότι ήταν Μάιος, το κρύο ήταν τσουχτερό. Νιώσαμε όμως οικεία, ίσως κάποια ελληνικά που ακούσαμε από τους Έλληνες φοιτητές, ίσως το γεγονός  ότι το τοπίο έμοιαζε σαν τα σκληροτράχαλα βουνά της Πίνδου, τι σημασία όμως έχει, στο κάτω κάτω στην Ιταλία γενικώς νιώθεις οικεία…

Στη L´Aquila δοκιμάσαμε τοπικές λιχουδιές και θυμάμαι ήπιαμε κι ένα ωραίο κόκκινο Montepulciano d´Abruzzo, το δημοφιλές κρασί της περιοχής. Η L´Aquila, παρά την αγριάδα του τοπίου της, ήταν φιλική, όμορφη και φιλόξενη, μια ήσυχη, μικρή, ζωντανή, επαρχιακή πόλη (από αυτές που σε εκνευρίζουν αλλά και τις συμπαθείς συνάμα), μια πόλη «καθημερινή», έξω από τη τουριστική λογική του εντυπωσιασμού.    

Κάποια στιγμή είπαμε να ξαναπεράσουμε από ΄κει και η υπόσχεση έμεινε ανοικτή…

H L’ Aquila σήμερα πονά, μα πιο πολύ πονούν οι άνθρωποί της…

…είναι σκληρό να βλέπεις τον τόπο σου να ρημάζει, αλλά πιο σκληρό τελικά είναι να βλέπεις τους ανθρώπους σου να χάνονται…

Posted by: Τζων Μπόης | March 31, 2009

Έκαστος στο είδος του!

luwak_8

 

Το να είσαι εστέτ εν μέσω οικονομικής κρίσης είναι σαν να παρακολουθείς το ελληνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου και να περιμένεις να βγει πρωταθλητής κάποιος άλλος εκτός του Ολυμπιακού. Έτσι κι o εστέτ, μοιάζει να παλεύει μόνος του μέσα σε μια θάλασσα μιζέριας, πιστός στις απόψεις του και πάντα αξιοπρεπής στον χλευασμό των γύρω του, οι οποίοι βέβαια θα ήθελαν να ήταν κι αυτοί εστέτ, αλλά όπως έχω γράψει και σε παλιότερο άρθρο μου, ο εστέτ γεννιέται, δεν γίνεται. Κάτι ανάλογο δηλαδή συμβαίνει και στην περίπτωση του Ολυμπιακού, αυτή η ομάδα έχει τη στόφα του πρωταθλητή - μπορεί βέβαια στα ευρωπαϊκά γήπεδα να γίνεται ρόμπα ξεκούμπωτη - αλλά ποιός ασχολείται τώρα με τους κουτόφραγκους, στην Ψωροκώσταινα γεμίζει ο σάκος με τα απίδια!

 

Εν μέσω λοιπόν οικονομικής κρίσης και σφιξίματος του ζωναριού, βγαίνει ο κάθε λογής ντεμέκ εστέτ και γράφει για κρασιά, για ευζωία, για ταξίδια, για γαστρονομία και άλλα τέτοια, όταν ένας πραγματικός εστέτ, σαν και του λόγου μου, ασχολείται με τον πραγματικό εστετισμό και τις ακριβές απολαύσεις. Θα μου πει κανείς ότι σε αυτές τις εποχές η χλιδή και η επίδειξη πλούτου προκαλεί, βρε αδερφέ όμως, είναι ο Έλληνας φτωχός; Ένα δίκλινο έψαχνα ο άνθρωπος για τις ημέρες του Πάσχα και δεν βρήκα ούτε σουίτα σε παραδοσιακό ξενώνα στην Κάτω Πετρομαγούλα. Από την άλλη λέω μέσα μου ότι, αφού τούτο εδώ το εστετικό μετερίζι έχει ακόμα αναγνώστες, αυτό σημαίνει ότι όλο και κάτι εστετικό περιμένουν από μένα, ίσως γιατί κι αυτοί κατά βάθος είναι εστέτ, αλλά ντρέπονται να το παραδεχθούν ακόμα και στον ίδιο τους τον εαυτό. Μην σπρώχνεστε αδέρφια, όλοι θα πάρετε, ας γίνουμε σαν τα παιδιά των λουλουδιών ένα πράμα, ας φτιάξουμε το δικό μας κοινόβιο, την δική μας φράξια κι ας βγούμε έξω να κάνουμε επιτέλους τη μιζέρια στάχτη και burberry.

 

Μια που πιάσαμε λοιπόν αυτή την κουβέντα κι επειδή εδώ εστέτ αναγνώστη δεν μπήκες για κατήχηση και στρατολόγηση στο κίνημα του εστετισμού, αλλά για να μάθεις πέντε-έξι εστετικές αράδες να έχεις κι εσύ κάτι να λες, μη σε περάσουν και για καράβλαχο μέρες δύσκολες που είναι, διάβασε προσεκτικά λοιπόν τι θα ζητάς όταν θα πηγαίνεις εφεξής για καφέ στο Κολωνάκι!

Ξέχνα τον φρέντο καπουτσίνο, ξέχνα τον εσπρέσσο, ξέχνα τον καφέ κον λάτε, ξέχνα και τον μακιάτο (από ότι είδες, δεν αναφέρω πουθενά τον φραπέ, καθώς αυτές δεν είναι κουβέντες για έναν εστέτ), ξέχνα λοιπόν όλα τα παραπάνω, αυτά είναι για κάτι δευτεράντζες άσχετους που κατέβηκαν τώρα από τα χωριά τους και δήθεν ξέρουν από καφέδες, εσύ εστέτ αναγνώστη θα πρέπει να κάνεις τη διαφορά, να γυρνά όλο Ντα Κάπο να σε βλέπει και να σκάει από το κακό του!

Από ΄δω και στο εξής μην τολμήσεις ξανά να ζητήσεις άλλον καφέ στο Κολωνάκι πέρα από τον γνήσιο σκατοκαφέ, ναι σωστά διάβασες, τον σκατοκαφέ! Για να έχεις μια ιδέα για το τι θα ζητήσεις, παρατήρησε προσεκτικά τη φωτογραφία μη σου τη βγει κανένα παρτάλι και σου κάνει τον έξυπνο. Ο συγκεκριμένος καφές δεν είναι όμως ο οποιοσδήποτε καφές, για να έχεις την τόλμη να τον ζητήσεις θα πρέπει να έχεις και τα φράγκα να τον πληρώσεις πρέπει να σου πω, όχι εστέτ με ξένα κόλυβα!

Ο καφές αυτός είναι ακριβός, πολύ ακριβός, πάρα πολύ ακριβός, επειδή είναι πολύ σπάνιος, στην Αμερική και στην Άπω Ανατολή η τιμή του μπορεί να φτάσει μέχρι και 1000 ευρώ το κιλό, ναι σωστά διάβασες, γουλιά και κατοστάευρο, μυρωδιά και σεντς!

Βέβαια, επειδή είσαι εστέτ και ρεζίλι δεν πρέπει να γίνεις στον κάθε σνομπ σερβιτόρο που θα σε εξευτελίσει, σηκώνοντας το φρύδι του στα μούτρα σου, μην τον ζητήσεις σε παρακαλώ με την παραπάνω ονομασία, είναι κρίμα, αλλά μόνο με την πραγματική του. Kopi Luwak τον λένε οι εστέτ φραγκάτοι-γνωρίζοντες και προέρχεται κυρίως από τη νήσο Σουλαβέσι της Ινδονησίας, την οποία φυσικά θυμάσαι από τον γεωγραφικό άτλαντα της έκτης Δημοτικού, τότε βέβαια την έλεγαν Κελέβη.

Η παραγωγή του συγκεκριμένου καφέ ομολογουμένως ενδιάφερουσα. Στη νήσο λοιπόν αυτή της Ινδονησίας υπάρχουν άφθονα καφεόδεντρα, ενώ επίσης στην συγκεκριμένη νήσο ενδιμεί και μια συμπαθητική μοσχογαλή, η οποία θα πρέπει να είναι πολύ θεριακλού και γκουρμέ και έτσι που τη χάνεις που τη βρίσκεις, χωμένη μέσα στους θάμνους του καφέ να καταπίνει αμάσητους τους σπόρους. Έλα όμως που αυτή η συμπαθής γατούλα, ναι μεν γουστάρει τους σπόρους του καφέ, αλλά έχει ευαίσθητο στομαχάκι και όπως μπαίνουν έτσι και βγαίνουν από την άλλη; Οι σπόροι όμως του καφέ, πριν αφοδευτούν από τη θεριακλού γατούλα της νήσου Σουλαβέσι, παραμένουν στο στομάχι της για ένα μικρό διάστημα και δέχονται μια ενζυματική διαδικασία η οποία μεταβάλει το άρωμά τους. Οι κόκοι του καφέ στη συνέχεια αφοδεύονται άθικτοι (τι κουβέντα πιάσαμε τώρα να ΄ξερα με τα σκατά της γάτας), αφού η γατούλα βαρυστομαχιάζει και δεν μπορεί να τους χωνέψει (τουλάχιστον δεν τους κάνει εμετό, που είναι πιο αηδιαστικό), πρώτα όμως αυτοί έχουν εμποτισθεί με τα γαστρικά υγρά της κι έχουν αποκτήσει μια αλλόκοτα απολαυστική πικρή γεύση, η οποία στους κύκλους των απανταχού γκουρμέ εστέτ είναι ανάρπαστη!

Βέβαια, μία ενδεχόμενη απορία ενός φυσιολογικού ανθρώπου είναι πως ακριβώς γίνεται η συλλογή των κόκων του καφέ. Ε αυτό είναι απλό, πηγαίνει ο συμπαθής, μεροκαματιάρης Σουλαβεσιανός με το σκουπάκι και το φαρασάκι του και κυνηγάει τη γατούλα από πίσω, αυτή του ξεφεύγει μέσα στη Σουλαβεσιανή ζούγκλα, τρέχει αυτός από πίσω με τη σακουλίτσα, τρέχει κι αυτή, η γατούλα από το φόβο της και από τη βαρυστομαχιά της τα κάνει όπου βρει, τα μαζεύει ο ταλαίπωρος σκατο-καφε-συλλέκτης, γιατί ξέρει ότι θα πιάσει και καλά λεφτά στην πιάτσα, τα βάζει μέσα στο σακουλάκι και μετά ακολουθεί τη διαδικασία διαχωρισμού των κόκων του καφέ από τα κόπρανα της θεριακλούς μοσχογαλής. Μετά γίνεται η επεξεργασία κι έτσι οι κόκοι του καφέ καταλήγουν, πιστεύω απαλλαγμένοι από τα περιττώματα – όρκο όμως δεν παίρνω - στις βιτρίνες των πολύ ακριβών καταστημάτων πώλησης καφέ στην Αμερική, ξέρεις τώρα, Μανχάταν, Μπέβερλυ Χιλς κι έτσι, όπου εκεί μαζεύονται οι εστέτ και ακουμπάνε τις οικονομίες τους, που έχουν βγάλει με αίμα, δάκρυα κι ιδρώτα (άλλων), ώστε να αποκτήσουν αυτή τη λιχουδιά η οποία θεωρείται μία από τις ακριβότερες στον κόσμο.

 

Μετά από αυτή την λεπτομερή αναφορά στον Kopi Luwak, τον ακριβότερο καφέ του κόσμου, θα πρέπει κανείς να καταλάβει ότι σε αυτόν τον ιδιόρρυθμο κόσμο, όλα αγοράζονται και όλα πωλούνται, ακόμα και τα σκατά της γάτας έχουν κι αυτά μια τιμή και μάλιστα υψηλή, για αυτό αναγνώστη μου, μην σνομάρεις τίποτα πια και μην αφήνεις το παραμικρό να πάει χαμένο, στο κάτω κάτω οικονομική κρίση έχουμε, δεν θα πας να σκοτωθείς τώρα να αγοράσεις τον Kopi Luwak με το Δώρο του Πάσχα σου, υπάρχουν άλλωστε τόσες εναλλακτικές, η γατούλα της γειτονιάς που ΄χει χώσει τη μουσούδα της μέσα στους κάδους με τα σκουπίδια σου, σαν να την ακούω να σου νιαουρίζει :)

 

 

Posted by: Τζων Μπόης | March 19, 2009

Βαριά η εστετική!

Βρισκόμουν με πολύ καλή παρέα, το κλίμα ήταν εύθυμο, το ένα αστείο διαδεχόταν το άλλο και παράλληλα τρώγαμε δίπλα στη θάλασσα…

…ήταν ένα αφύσικα ζεστό, για το μέρος και την εποχή, ανοιξιάτικο βράδυ και για μένα ήταν η πρώτη μου φορά εκεί…

…κάποια στιγμή δεν κατέβαινε μπουκιά (περιέργως).

«Τι έχεις;», με ρώτησαν, καθώς με είδαν να μένω σιωπηλός.

Δεν ήξερα τι να απαντήσω, σαν να μου κόπηκε η λαλιά, σηκώθηκα από την καρέκλα μου, περπάτησα μερικά μέτρα πιο πέρα και κοίταξα απλά τα φωτισμένα πλοία που διέσχιζαν τον Βόσπορο.

Δεν θαμπώνομαι εύκολα από τη λάμψη, όμως εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να σταμάτησε ο χρόνος γύρω μου, ένιωσα ότι θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα, να στέκομαι και να κοιτώ, χωρίς να σκέφτομαι το παραμικρό, να μείνω εκεί μέχρι να κοκαλώσω από την υγρασία και τον ψυχρό αέρα που ξαφνικά άρχιζε να κατεβαίνει από τη Μαύρη Θάλασσα…

 

Το θαυμάσιο video-clip διαρκεί μόλις 38 δεύτερα, η πτήση μόλις και μετά βίας μία ώρα…

 

Μου είπαν ότι μία φιάλη λευκό Kavaklıdere με περιμένει στο πανέμορφο Sunset Grill & Bar .

Ξέρω ότι αυτό το τούρκικο κρασάκι από την Ανατολία είναι χάρμα, η ψητή τσιπούρα θα είναι και πάλι τέλεια ψημένη, η θέα από τον λόφο του Ulus μοναδική και φυσικά η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην τη χαρώ τώρα που είμαι ακόμα νιος με όσους αγαπώ…

 

…το θέμα είναι να πάρω την απόφαση και το ρημαδο-μπόνους!

 

…πάντως δεν θα παραμελίσω εγώ τα εστετικά μου καθήκοντα για χάρη της οικονομικής κρίσης…

…στο κάτω κάτω, τι εστετική ψυχή θα παραδώσω;

Posted by: Τζων Μπόης | March 16, 2009

Πορτοκαλιά καριέρας

pyr_mar_09-5-1

Πριν από χρόνια φύτεψα μια πορτοκαλιά, κάθε χρονιά με αποζημίωνε για το πότισμα, το κλάδεμα, τη λίπανση και τη φροντίδα που της έδειχνα, με μια μεγάλη παραγωγή.

Φέτος, μάλλον κουράστηκε και αποφάσισε ότι δύο πορτοκάλια είναι αρκετά.

«Τόσα μπόρεσα, τόσα έκανα», μου είπε.

«Δεν πειράζει», της αποκρίθηκα ψεύτικα και απομακρύνθηκα απογοητευμένος…

Έκατσα λίγα μέτρα πιο πέρα και σκέφτηκα ότι, ίσως τελικά να χρειαζόταν ένα διάλειμμα, μια ανάπαυλα, ίσως να την κούρασα με τις τόσες απαιτήσεις μου, ανέκαθεν την έβλεπα σαν πορτοκαλιά καριέρας, πάντα ετοιμοπόλεμη, πάντα μάχημη, πάντοτε προσανατολισμένη στην επίτευξη του στόχου…

…κι εγώ συνέχιζα…την πότιζα, τη φρόντιζα, της έριχνα λίπασμα, την κλάδευα, της έθετα κάθε φορά καινούργιους στόχους, κάθε έτος πιο ψηλά, κάθε χρονιά και πιο πολύ…

…ποτέ πίσω, μόνο μπρος!

 

…πόσο αφελής ήμουνα…

…γιατί άραγε δεν σκέφτηκα ότι αυτή ήταν μια απλή πορτοκαλιά κι εγώ ένας ανόητος ερασιτέχνης καλλιεργητής;

 

Όσο όμως κι αν τη συγχώρεσα, ξέρω ότι μέσα μου καλλιεργώ ξανά νέες ελπίδες, αναμένω αποτελέσματα, της έχω θέσει και πάλι καινούργιους στόχους…

Αρκετά ξεκουράστηκε, δεν θα ξεγράψω εγώ τον κόπο και τα χρήματα που δαπάνησα για αυτήν!

Ανοχή τέλος.

Αυτή είναι πορτοκαλιά καριέρας και οφείλει να αποδόσει τα αναμενόμενα, στο κάτω κάτω δικό της ήταν το λάθος, ας μην παρήγαγε τόσο πολύ τα προηγούμενα χρόνια για να με εντυπωσιάσει, δεν το είχε καταλάβει ότι θα το εκμεταλλευόμουν;

Posted by: Τζων Μπόης | March 4, 2009

My heart is only yours!

Μόλις το είδαν τα ματάκια μου έκαναν αστεράκια!

Πριν από χρόνια στην Γερμανία θυμάμαι, είχα βάλει το καλό μου μαύρο κοστούμι, είχα φορέσει καινούργια μαύρα λουστρίνια, τα οποία την ίδια ημέρα είχα αγοράσει από κατάστημα του Ντύσσελντορφ, είχα φτιάξει έναν ωραίο κόμπο στη σκούρα μπλε γραβάτα μου και με συνοδεία κομψοτάτης και καλοντυμένης, με επίσημο μαύρο ένδυμα, κυρίας, η οποία αργότερα έμελλε να μοιραστεί μαζί μου (ας πρόσεχε) τη συζυγική κλίνη και το ωραιότερο τέκνο του κόσμου τούτου, οδεύσαμε ένα βράδυ μέσα στο δριμύ γερμανικό ψίχος και στο χιόνι, στην μεγάλη σάλα, στην οποία επρόκειτο να δώσει συναυλία ένας καλλιτέχνης, βαρύτονος γαρ, ο οποίος από την πρώτη στιγμή που τον άκουσα ήξερα ότι εάν ποτέ αποφάσιζα να ανέβω στο πάλκο να τραγουδήσω, είτε θα γινόμουν αυθεντικός σκυλάς, με ανοικτό πουκάμισο, αλυσίδα στο λαιμό και μακρύ νύχι στο μικρό δάχτυλο, να τραγουδάω για την άπιστη που πήγε με άλλονε κι εγώ έπνιξα τον πόνο μου στο ουίσκυ (γιατί εκεί είναι τα φράγκα, Χατζιδάκι και Κραουνάκη ακούω και στο σπίτι μου), είτε θα υιοθετούσα το περιπαικτικό του στυλ, το οποίο άλλωστε μου πάει πολύ και με τον χαρακτήρα που ΄χω!

Ο Max Raabe ήταν πραγματικά απολαυστικός σε εκείνη τη συναυλία. Από τότε θα έχουν περάσει γύρω στα 12 χρόνια κι εγώ, παρά την παρατεταμένη ακρόαση ποιοτικών ακουσμάτων (γιατί παραδόξως έχω κι ένα επίπεδο), συνεχίζω να λέω ότι μαύρη να ‘ ταν η ώρα που έγινα Golden Boy και δεν εξαργύρωσα την ωραία νταλκαδιάρικη φωνή μου και τη μελαχροινή μου γοητεία με τόνους από γαρύφαλλα και μωβ χαρτονομίσματα του ευρώ στις λαϊκές πίστες, ώστε να μην κλαίγομαι σήμερα σαν τη χήρα στο κρεβάτι που δεν θα πάρω φέτος μπόνους, ελέω οικονομικής κρίσης!

Από τότε είχα πολλές φορές αναρωτηθεί πως είναι δυνατόν αυτός ο καλλιτέχνης – για τον οποίο έχω πολλές φορές αφιερώσει άρθρα μου στα δυο διάσημα και σεπτά μου blog - ενώ έχει αλωνίσει όλον τον κόσμο δίνοντας συναυλίες δεν έχει έρθει ακόμα στην Ελλάδα, η οποία λόγω της σουρεαλιστικής κατάστασης την οποία βιώνει από τα μικράτα της, θα εκτιμούσε βαθύτατα τις σουρεαλιστικές μουσικές ακροβασίες του απολαυστικού Max!

Χιούμορ, σουρεαλισμός, υπέροχη μουσική ανάπλαση της δεκαετίας του ‘20 και ατμόσφαιρα Μεσοπολέμου, στυλιζαρισμένος εστετισμός και ποπ διάθεση διανθισμένα με μια εκπληκτική παλιομοδίτικη αισθητική, αυτοσαρκασμός, αυταρέσκεια, ειρωνεία, σηκωμένο φρύδι, περιπαικτικό ύφος, υπέροχες κωμικές διασκευές γνωστών επιτυχιών (απόλαυση στο Oops, I dit it again της Britney Spears, στο My heart is only yours, στο Sex Bomb και σε τόσα άλλα), όλα αυτά είναι ο Max Raabe, ο οποίος επιτέλους επισκέπτεται και την Ελλάδα μαζί με την θαυμάσια ορχήστρα του, την Palastorchester, για μία και μοναδική παράσταση στο θέατρο Badminton στις 24 Μαρτίου.

Στο επισυναπτόμενο βιδεοκλιπίδιο ακούμε το αγαπημένο μου “Mein kleiner grüner Kaktus”, ο μικρός μου πράσινος κάκτος και παίρνουμε μια ωραία δόση από τον απολαυστικό Max!

Εγώ το ξανάκανα πάντως και προνόησα για τα εισητήρια. Τον Max Raabe δεν τον χάνω που να γυρίσει ο κόσμος τούμπα!

Posted by: Τζων Μπόης | February 24, 2009

Το κρασί, το σεξ και η…Δανία

picture13

Δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι το εικονιζόμενο μέρος βρίσκεται στη Δανία.

Κι όμως!

Μέχρι πριν από λίγες ημέρες δεν γνώριζα ότι η Δανία παράγει κρασί – γιατί άραγε; – όμως σε μια πολύ πρόσφατη επίσκεψή μου στο Λονδίνο, το έμαθα.

Για το Λονδίνο δεν έχω να γράψω κάτι ιδιαίτερο, άλλωστε από εκεί έχει παρελάσει η μισή Ελλάδα (και λίγο λέω) και την Oxford street τη γνωρίζει κανείς καλύτερα κι από την Ερμού, θα σταθώ όμως στο γεγονός ότι σε τέτοια μέρη είναι σαν να βρίσκεσαι στον ομφαλό της γης και έτσι μπορείς να ανακαλύψεις γευστικές εμπειρίες  - κι όχι μόνο – από όλο τον κόσμο.

Στο Λονδίνο, εκτός των άλλων, μπορείς να βρεις και εξαιρετικές κάβες με κρασιά.

Σε μια τέτοια κάβα βρέθηκα κατά την επίσκεψή μου εκεί και ανακάλυψα ότι τελικά η Δανία παράγει και κρασί! Μα είναι δυνατόν; Πριν από μερικούς μήνες θα μου έκανε τρομερή εντύπωση κάτι τέτοιο, σε παλαιότερο άρθρο μου και με αφορμή την τότε ανακάλυψή μου, δηλαδή το Σουηδικό κρασί, είχα αναφερθεί σε χώρες, οι οποίες δεν θα μπορούσε κανείς εύκολα να πιστέψει ότι ασχολούνται με την οινοποιία.

Κι όμως, η Δανία παράγει κρασί και μάλιστα κάνει και εξαγωγές! Η περιοχή στην οποία καλλιεργούνται τα αμπέλια είναι διάσπαρτη από βουνά με χαμηλό υψόμετρο, τα οποία καλύπτονται από δάση, η περιοχή είναι γνωστή για την άγρια φύση της, για τις εκτεταμένες παραλίες και το εύκρατο κλίμα της. Μα μιλάμε για την Δανία; Ασφαλώς!

 

Με το καλό κρασί έχω μια αδυναμία, ίσως επειδή δεν αγαπώ ιδιαίτερα το αλκοόλ κι έτσι επιτρέπω στον εαυτό μου να παρασπονδεί ενίοτε με κανένα καλό κρασί, ή με καμιά εύγευστη μπύρα. Διαβάζω κατά καιρούς διάφορα άρθρα λάτρεων του κρασιού, εννοώ όχι επαγγελματιών και σομελιέ, οι οποίοι περιγράφουν με τέτοια λεπτομέρεια την εντύπωση την οποία αποκόμισαν πίνοντας ένα ποτήρι κρασί, λες και οφείλουν να κάνουν χημική ανάλυση στο στόμα και στη μύτη τους. Τα γευστικά συσταστικά και το άρωμα κατακερματίζονται και κάθε μικρό παζλ το οποίο συνθέτει την μαγεία του κρασιού, διαχωρίζεται από το σύνολο και αναλύεται αυτόνομα. Κάπως έτσι όμως χάνεται αυτή η μοναδική εμπειρία της απόλαυσης ενός καλού κρασιού από οινόφιλους, οι οποίοι προφανώς παρασύρονται από τον γλωσσοπλαστικό οίστρο των επαγγλματιών. Τα πράγματα είναι απλά κι εγώ έτσι θέλω να τα βλέπω, όχι μόνο όσον αφορά το κρασί αλλά και γενικά στη ζωή, όσο τα περιέπλεκα τόσο πιο περιπλεγμένα γίνονταν κι όταν τα απλοποίησα, τόσο πιο απλά έγιναν. Οι πολλές αναλύσεις με κουράζουν και με αποπροσανατολίζουν, καθώς έτσι χάνεται η αξιοπιστία της πρωτογενούς εντύπωσης. Εν προκειμένω, εάν το κρασί είναι ισορροπημένο, εάν το ισοζύγιο μεταξύ μύτης και στόματος δεν γέρνει υπέρ του ενός ή του άλλου και η γεύση του είναι ευχάριστη, τότε το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κάτσεις και να το απολαύσεις, απλά και όμορφα.

 

Το κρασί από τη Δανία μου φάνηκε πραγματικό πολύ καλό. Ήταν ένα δροσερό, ισορροπημένο και αρωματικό Riesling, ο βασιλιάς των λευκών κρασιών κατ΄εμέ, το οποίο συνόδευσε μερικά ωραιότατα Αιγαιοπελαγίτικα ψητά μελανούρια! That΄s all, αυτό μου αρκεί!

Αργότερα, αναζητώντας πληροφορίες για την οινοποιία στη Δανία, ανακάλυψα ότι η συγκεκριμένη περιοχή παράγει μια μεγάλη γκάμα κρασιών, λευκών και κόκκινων, τα οποία μάλιστα έχουν βραβευτεί διεθνώς, ενώ αποτελούν και εξαγώγιμο είδος.

Όλα αυτά μου κίνησαν την περιέργεια και σκέφτηκα ότι πραγματικά θα ήθελα να βρεθώ κάποια στιγμή στη Δανία και να επισκεφτώ ένα τέτοιο οινοποιείο.

Στην πραγματικότητα, το ταξίδι θεωρείται και είναι πάρα πολύ μακρινό, καθώς θα πρέπει να βρεθώ ακριβώς στην άλλη άκρη του κόσμου! Μα η Δανία δεν είναι στη Βόρεια Ευρώπη; Τσου! Η Δανία βρίσκεται στη Νοτιοδυτική Αυστραλία, εκεί την ονομάζουν Denmark ασφαλώς και πρόκειται για μια μικρή πόλη, γνωστή όμως για τις οινοπαραγωγικές της επιδόσεις και την υπέροχη φύση της.

Όσον αφορά τώρα τον σνομπισμό μερικών οινόφιλων και δη επαγγελματιών για τα κρασιά του Νέου Κόσμου, δεν μπορώ να τον κατανοήσω, επαγγελματίας δεν είμαι για να πίνω μια γουλιά και να φτύνω το κρασί στη λεκάνη.

Το κρασί και το σεξ δεν απολαμβάνονται κατά μόνας κι εγώ ως φύση κοινωνική το απολαμβάνω (όπως και το σεξ άλλωστε) με παρέα καλή, διαφορετικά καλύτερα να πιω το νερό της ΕΥΔΑΠ.  Επειδή την τελευταία χρονιά έχω δοκιμάσει πολλά κρασιά του Νέου Κόσμου, δηλώνω ότι πολλά από αυτά κρύβουν πολύ ευχάριστες εκπλήξεις, ενώ μερικά αυστραλιανά τα έχω βρει εξαιρετικά, υστερούν βέβαια ως προς το ευφάνταστο της ετικέτας (σκασίλα μου), έχουν πιο προσιτές τιμές, ενώ ειδικά εκείνο της…Δανίας μου φάνηκε απολαυστικό, μάλλον θα έπαιξαν το ρόλο τους η καλή παρέα και τα μελανούρια, είπαμε άλλωστε τι ισχύει για το κρασί και για το σεξ, μην τα ξαναλέμε…

 

Older Posts »

Categories